ἐρεχθῖτις

ἐρεχθῖτις, ιδος, ,
A = ἀριστολοχεία στρογγύλη, Ps.-Dsc.3.4 ; = ἠριγέρων, ib. 4.96.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερεχθίτις — ἐρεχθῑτις, ἡ (Α) 1. το φυτό αριστολόχεια* ἢ αριστολοχ(ε)ία η στρογγύλη 2. το ποώδες φυτό ἠριγέρων* …   Dictionary of Greek

  • ἐρεχθῖτις — fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.